Μεσολόγγι

Το Μεσολόγγι πρωτοεμφανίζεται στην Ιστορία μετά την Αναγέννηση. Ιστορικά κείμενα της εποχής το αναφέρουν σαν οικισμό ψαράδων (Mezzolaghi = μέσα στις λίμνες) και καταφύγιο πειρατών. Γρήγορα, το ψαροχώρι αυτό έλαβε μεγάλη εξέλιξη και, στις αρχές του 17ου αιώνα, το βρίσκουμε πια μεγάλη - για τα δεδομένα της εποχής - πόλη, με εμπόριο με όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, με ναυτιλία (50 μεγάλα πλοία και το πρώτο ναυπηγείο στην Ελλάδα), υποπροξενεία από χώρες της Ευρώπης και μεγάλη πνευματική κίνηση. Κίνηση που δεν μπόρεσε να ανακόψει ούτε η προσωρινή του κατάληψη και λεηλασία απ’ του Ενετούς (1684), ούτε οι αλλεπάλληλες καταστροφές απ’ τους Τούρκους.

Στα 1769, με τα Ορλωφικά, το Μεσολόγγι επαναστατεί για πρώτη φορά, διώχνει τους Τούρκους και οχυρώνεται με μικρή τάφρο. Δυστυχώς, η επανάσταση αυτή είχε την έκβαση που ξέρουμε και οι Τούρκοι έκαψαν όλα τα σπίτια του, καθώς και τον στόλο του (που είχε τότε 80 πλοία).

Το Μεσολόγγι, ωστόσο, γρήγορα ξαναβρήκε την παλιά του δύναμη. Καινούργια σπίτια ξαναχτίστηκαν, νέα καράβια ναυπηγήθηκαν και το πανεπιστήμιό του (η Παλαμαία Ακαδημία, που είχε ιδρύσει στα 1760 ο Παναγιώτης Παλαμάς) ξανάρχισε να λειτουργεί, συγκεντρώνοντας μαθητές απ’ όλη την Ελλάδα.

Όταν ξέσπασε στην Πελοπόννησο η Επανάσταση, έγινε γρήγορα κατανοητό πως, για να μπορέσουν οι Τούρκοι να την καταπνίξουν, υπήρχαν μόνο δύο δρόμοι για να κατέβουν εκεί. Ένας απ' την ανατολική Στερεά, κι ένας απ’ τη Δυτική. Ο πρώτος είχε κρίσιμο πέρασμα τις Θερμοπύλες, ο δεύτερος το Μεσολόγγι. Αυτό εξηγεί τη σημασία - αλλά και τα δεινά - του Μεσολογγίου.

Το Μεσολόγγι επαναστάτησε στις 20 Μαΐου του 1821 και οχυρώθηκε. Γρήγορα, ο Μαυροκορδάτος, με τη σύσταση του Φαναριού - όπου το Μεσολόγγι ήταν γνωστό λόγω της φήμης του σαν πνευματικό κέντρο -, το επέλεξε για έδρα της Διοίκησης της "Δυτικής Χέρσου Ελλάδος".

Κι αρχίζει η πορεία του προς τη θυσία - και τη δόξα.

Η πρώτη πολιορκία άρχισε τον Οκτώβριο του 1822. Οι πολιορκητές (Ομέρ Βρυώνης και Κιουταχής, με 12.000 στρατό) έβλεπαν επί μήνες τις προσπάθειες τους να μένουν άκαρπες. Έτσι συλλαμβάνουν την ιδέα να αιφνιδιάσουν τους πολιορκημένους, κάνοντας επίθεση τη νύχτα των Χριστουγέννων που θα ήταν όλοι στις εκκλησίες. Όμως αυτοί, ειδοποιημένοι από τον Έλληνα κυνηγό του Ομέρ Βρυώνη Γιάννη Γούναρη, τους περιμένουν στους προμαχώνες και τους διαλύουν.

Τον Αύγουστο του 1823, ο Μουσταφά πασάς κι ο Ομέρ Βρυώνης κάνουν στο Μεσολόγγι αποκλεισμό από στεριά και θάλασσα, αλλά τον Νοέμβριο αναγκάζονται να λύσουν τον κλοιό με πολλές απώλειες, γιατί οι αποκλεισμένοι βγαίνουν και τους αποδεκατίζουν.

Την ίδια χρονιά, ιδρύεται στο Μεσολόγγι το πρώτο τυπογραφείο, όπου τυπώνεται αργότερα για πρώτη φορά - σε δυο γλώσσες - ο Εθνικός Ύμνος.

Τον Γενάρη του 1824, φτάνει στο Μεσολόγγι ο διάσημος άγγλος ποιητής Γκόρντον Μπάϋρον σαν απεσταλμένος του Φιλελληνικού Κομιτάτου, φέρνοντας και τα χρήματα από το περίφημο Δάνειο. Οι ελπίδες της πόλης αναπτερώνονται. Οι ποιητής αναλαμβάνει τη διοίκηση του σώματος των Σουλιωτών και ετοιμάζει μια εκστρατεία για να απελευθερώσουν την - τουρκοκρατούμενη ακόμα - Ναύπακτο. Δυστυχώς για το Μεσολόγγι - και για την Ελλάδα - ο Μπάϋρον πεθαίνει τον Απρίλιο, και τα σχέδια του μένουν ανεκτέλεστα.

Εν τω μεταξύ, ο χιώτης μηχανικός Μιχαήλ Πέτρου Κόκκινης, που έχει σπουδάσει σε ειδικές σχολές της Γαλλίας την τέχνη της οχύρωσης, παίρνει την εντολή να χαράξει τα τείχη της πόλης και να επιβλέψει το χτίσιμό τους. Τα τείχη αυτά, όπου δούλεψαν άντρες, γυναίκες και παιδιά, θα αποδειχτούν πολύτιμα.

Η μεγάλη, η ατέλειωτη, δεύτερη πολιορκία άρχισε τον Απρίλιο του 1825. Ο Κιουταχής στρατοπέδευσε έξω απ’ τα τείχη της πόλης, με 40.000 στρατό και την σουλτανική διαταγή "ή το Μεσολόγγι ή το κεφάλι σου" να τον κυνηγάει σαν εφιάλτης. Η πολιορκία, που στην αρχή ήταν μόνο απ’ τη στεριά, επεκτάθηκε, τον Ιούνιο, κι απ’ τη μεριά της λιμνοθάλασσας, ενώ τον Νοέμβριο, 150 καράβια του στόλου του Ιμπραήμ έκλεισαν και τον Πατραϊκό. Αυτό σημαίνει πως οι πολιορκημένοι δεν μπορούσαν να εφοδιαστούν με τρόφιμα ούτε πια απ’ τη θάλασσα. Λίγες φορές μόνο ο Μιαούλης μπόρεσε να σπάσει τον θαλάσσιο αυτό κλοιό και να τους ανακουφίσει για λίγο απ’ την πείνα, ενώ πένα μέρες πριν απ’ την Έξοδο, μη μπορώντας να πλησιάσει στο

Μεσολόγγι, έμενε στ’ ανοιχτά και τ’ αγνάντευε κλαίγοντας.

Τον Δεκέμβριο, μετά απ’ την αποτυχία του Κιουταχή να νικήσει τους πολιορκημένους ή να διαπραγματευτεί μαζί τους, ο σουλτάνος στέλνει στο Μεσολόγγι τον Ιμπραήμ. Αυτός, μόλις φτάνει μπροστά στα τείχη της πόλης, με περιφρόνηση (γι’ αυτά, αλλά και για τον Κιουταχή που δεν μπόρεσε να τα κυριεύσει) τα χαρακτηρίζει σαν "φράχτη". Όμως, δυο μήνες μετά, αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια του Κιουταχή.

Έτσι, το Μεσολόγγι έχει γύρω τους δυο "στρατηλάτες" και δυο στρατούς, εκπαιδευμένους μάλιστα από Ευρωπαίους αξιωματικούς. Κι αρχίζει μια ατέλειωτη σειρά από πράξεις ηρωισμού, αυτοθυσίας κι αξιοπρέπειας. Επί 12 μήνες, οι πολιορκημένοι υπέστησαν τα πάνδεινα, με στωικότητα και φοβερή ψυχική δύναμη. Ο πόλεμος δεν έπαυε στιγμή, κι αυτοί συνέχιζαν να ζουν σαν να μην πολεμούσαν. Παντρεύονταν, γλεντούσαν, μόρφωναν τα παιδιά τους. (Το σχολείο αλληλοδιδασκαλίας δεν έπαψε στιγμή να λειτουργεί για τα παιδιά της πόλης αλλά και για τα προσφυγόπουλα).

Όμως η πείνα είναι ένας εχθρός που δεν νικιέται. Τα τρόφιμα σιγά - σιγά σώνονταν, η κυβέρνηση στο Ναύπλιο κωλυσιεργούσε - ή αδιαφορούσε. Οι πολιορκημένοι έφαγαν ότι εύρισκαν, από αρμυρήθρες, μέχρι γάτες, σκύλους και ποντίκια. Περιγραφές των τραγικών εκείνων ημερών (Κασομούλης - Μακρής) αναφέρουν και περιπτώσεις όπου φαγώθηκαν μαγειρεμένα ανθρώπινα μέλη και εντόσθια. Όμως ούτε συζήτηση για παράδοση. Τα κλειδιά της πόλης μας είναι κρεμασμένα στις μπούκες των κανονιών μας", απαντούσαν στις δελεαστικές προτάσεις των πολιορκητών.

Όταν όμως σώθηκε και το νερό (τα πηγάδια γέμισαν πτώματα και δεν μπορούσαν να πιούν) πήραν όλοι τη μεγάλη απόφαση να κάνουν μιαν απονενοημένη Έξοδο. Να φορέσουν οι γυναίκες ρούχα αντρικά, να κοιμόσουν μ’ αφιόνι τα παιδιά, "ν’ ασφαλίσουν" τους γέρους και τους αρρώστους στις πυριτιδαποθήκες για ν’ ανατιναχτούν όταν μπουν στην πόλη οι Τούρκοι, και να βγουν τη νύχτα του Λαζάρου (10 Απριλίου 1826) από τα τείχη, με το σπαθί στο χέρι. "Εκείθε με τους αδερφούς, εδώθε με το Χάρο".

Δυστυχώς, οι Τούρκοι είχαν ειδοποιηθεί και τους περίμεναν. Μέσα στη λυσσαλέα "μάχη" που ακολούθησε, πλήθος αγωνιστές και γυναικόπαιδα σκοτώθηκαν. Πολλοί άλλοι, ακούγοντας μια φωνή ("πίσω! στις ντόπιες!) μπήκαν ξανά στην πόλη, όπου πάλεψαν απελπισμένα με τους Τούρκους που τους ακολούθησαν, και σκοτώθηκαν ως τον τελευταίο. Οι λίγοι που κατάφεραν να περάσουν - και δεν σκοτώθηκαν στο δρόμο απ’ τους Αλβανούς περπάτησαν μέρες, γυμνοί και πεινασμένοι, ώσπου έφτασαν, ανθρώπινα ράκη, στο Ναύπλιο. Όσοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου κι όσοι κλείστηκαν στις μπαρουταποθήκες της πόλης, έβαλαν φωτιά στο μπαρούτι, κι όπως το είχαν σχεδιάσει, "ανελήφθησαν στους ουρανούς".

Έτσι, ολοκληρώθηκε η θυσία του Μεσολογγίου.

Όμως καμιά θυσία δεν πάει χαμένη. Λίγους μήνες αργότερα, ο πολύς Μέτερνιχ, εγκέφαλος της Ιερής Συμμαχίας, έγραφε στον Σουλτάνο που του είχε ζητήσει βοήθεια: "Δεν μπορέσουμε να σας βοηθήσουμε με την ίδια ζέση με πρώτα. Δυστυχώς μεσολάβησε το Μεσολόγγι".

Απ’ την ανασύσταση του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα, το Μεσολόγγι, που χαρακτηρίστηκε επίσημα Ιερή Πόλη - όπως το είχε ήδη αποκαλέσει, στα 1825, ο Πολυζωίδης, στον μνημειώδη λόγο του στο Ναύπλιο -, δεν ξανάρθε πια στο προσκήνιο της Ιστορίας για πράξεις ηρωικές. Ο ηρωισμός του - που δεν ήταν ο απλός, προ ή κατά την ώρα του κινδύνου, ηρωισμός, αλλά υψηλή αίσθηση αξιοπρέπειας - είχε αποδείξει πως το πνεύμα μπορεί να νικήσει την ύλη. Και το πνεύμα - φυσικά - δεν πεθαίνει. Έτσι, το Μεσολόγγι, αμέσως μετά την επιστροφή των κατοίκων του (όσων είχαν επιζήσει ή είχαν ξαναβρεί την ελευθερία τους απ’ τα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου, με χρήματα από εράνους), άρχισε πάλι να οργανώνεται και να τραβάει και ανθρώπους, απ’ τις γύρω περιοχές, καθώς κι απ’ τα "σκλαβωμένα τεχνικά" Επτάνησα.

Ξανανοίγει η Παλαμαία Ακαδημία του, η Σχολή Αλληλοδιδασκαλίας και η Αγγλική Σχολή Royal Gymnasium. Ιδρύεται εκεί ένα απ’ τα πρώτα επτά Γυμνάσια της χώρας. Στις αρχές του αιώνα, λειτουργεί Ιερατική Σχολή, καθώς και ιδιωτικό γαλλικό Σχολείο. Στο Πολυτεχνείο του (επαγγελματική σχολή), όπου διδάσκονταν από πτυχιούχους τεχνίτες όλες οι τέχνες, οι σπουδαστές διδάσκονταν παράλληλα και μουσική.

Την ίδια εποχή, συνεχίζοντας την παράδοση των "Ελληνικών Χρονικών", κυκλοφορούν στο Μεσολόγγι πολλές εφημερίδες. Η πόλη έχει πολύ ανεπτυγμένη πνευματική ζωή. Έτσι, μέσα σ’ ένα μικρό διάστημα, μπόρεσε να δώσει στην Ελλάδα πέντε πρωθυπουργούς: Τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, τον Χαρίλαο Τρικούπη, τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, τον Ζηνόβιο Βάλβη και τον Δημήτριο Βάλβη.

Απ’ την άλλη μεριά, το ευνοϊκό πνευματικό υπόβαθρο, το μαγευτικό τοπίο και η "υπόγεια" επίδραση ίσως της λιμνοθάλασσας, έκαναν να γεννηθούν ή να δημιουργήσουν στο Μεσολόγγι τόσοι ποιητές (Παλαμάς, Μαλακάσης, Δροσίνης, Ρήγας Γκόλφης, Σπυρίδων Τρικούπης, Λυμπεράκης, Γιανναράς, Κασόλας, Ζαλοκώστας, Γρυπάρης, κ.α.), ώστε χαρακτηρίστηκε σαν "η πόλη των ποιητών".

Στο περιθώριο αυτής της ποιητικής ανθοφορίας, υπήρξαν και πολλοί τεχνίτες του πεζού λόγου, ιστορικοί και δημοσιογράφοι (Στασινόπουλος, Μπράνιας, Ευαγγελάτος, Κασόλας, Τσίντζος), καθώς και ο μεγάλος μυθιστοριογράφος Αντώνης Τραυλαντώνης.

Σας προτείνουμε